To Δεσποτάτο της Μυκόνου | Κεφάλαιο B’

Διαβάστε επίσης το προηγούμενο:

Κεφάλαιο Β΄

Ως το απόγευμα της πρώτης μέρας, όλα τα παιχνίδια είχαν τακτοποιηθεί στα ράφια τους και ο ενθουσιασμός κορυφωνόταν καθώς οι καλεσμένοι στα εγκαίνια του καταστήματος άρχισαν να καταφθάνουν. Ο Σκαντζόχοιρος στεκόταν υποδοχή στην πόρτα και προσπαθούσε, όσο μπορούσε, να κατευθύνει τον κόσμο σε όποιον ήταν διαθέσιμος να τους εξυπηρετήσει. Ωστόσο, σύντομα κατάλαβε κι ο ίδιος ότι οι άνθρωποι ήταν πελαγωμένοι. Οι επισκέπτες ήθελαν να μάθουν για κάθε λεπτομέρεια των παιχνιδιών και για το ιστορικό τους περιεχόμενο, ήταν περίεργοι για τον ίδιο τον Σκαντζόχοιρο και, όπως φάνηκε, καθένας είχε κι από ένα ιδιαίτερο γούστο για τον καφέ του. Κάποια τον ήθελε με καστανή ζάχαρη, μια άλλη με ζαχαρίνη, άλλος μισό ντεκαφεϊνέ, για να έχει τη γεύση αλλά όχι την καφεΐνη… «Δε γίνεται δουλειά έτσι», σκέφτηκε ο Σκαντζόχοιρος καθώς έβλεπε τους ανθρώπους να τρέχουν από ’δώ κι από ’κεί πανικόβλητοι. Έκανε μια γρήγορη γύρα στα ράφια του καταστήματος και έδωσε οδηγίες στα παιχνίδια να αυτοπαρουσιάζονται στους πελάτες.

Σύντομα το κατάστημα βούιζε με δεκάδες φωνές. Η αριστοκρατική γυναίκα με το παγώνι, που ο Σκαντζόχοιρος είχε μάθει πως λέγεται Ήρα, εξηγούσε το γενεαλογικό δέντρο των θεών του Ολύμπου σε ένα νεαρό ζευγάρι, η Θεά των Όφεων και ο κατσικόμορφος Δαίμονας μιλούσαν σε μια ομάδα παιδιών για την εποχή του χαλκού, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα έδινε μια ακαδημαϊκή διάλεξη για την τέχνη του Βυζαντίου, ενώ ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ξεναγούσαν τους πελάτες στα μνημεία της Κωνσταντινούπολης και ο Αλβανός χασάπης προσπαθούσε (χωρίς επιτυχία) να κρύψει την ενόχλησή του ενώ απαντούσε σε μια ηλικιωμένη κυρία σχετικά με τους Ευρωπαίους περιηγητές στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα. Η Κλασσική Γιαγιά εξηγούσε σε όποιον ήθελε να μάθει για τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα στην αρχαία Ελλάδα και πώς αυτά προσαρμόστηκαν στην απεικόνιση των Επτά Οικογενειών. Η δε Δούκισσα της Πλακεντίας είχε σαγηνεύσει μια ομάδα νεαρών καθώς τους μιλούσε για τη σημασία της Ελληνικής Επανάστασης, ώσπου ένας κακομούτσουνος γενειοφόρος με τουρμπάνι πλησίασε.

Ο Χατζή Αλή Χασεκή, διαβόητος για την ωμότητά του Οθωμανός κυβερνήτης της Αθήνας από το 1775 ως το 1795.

«Να ξέρετε, η Ελλάδα ήταν πολύ καλύτερα στην οθωμανική περίοδο», είπε με τραχύ ύφος. «Όσο ήμαστε στην εξουσία, επικρατούσε νόμος και τάξη στη χώρα. Όποιος παραβίαζε τον νόμο» – έβγαλε ένα δυσάρεστο γρύλισμα – «τον τακτοποιούσαμε αμέσως. Τους…»

«Εννοείς τους κρεμούσες και τους έκοβες τα κεφάλια, έτσι δεν είναι, Χασεκή;», τον διέκοψε έντονα η Δούκισσα. «Αδιόρθωτος είσαι, αδιόρθωτος. Καμμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί σε περιέλαβαν στην Αττική Μπιρίμπα αν είναι να τη χρησιμοποιήσεις ως βήμα για να εξωραΐσεις τα εγκλήματά σου».

«Απλά παραθέτω τα ιστορικά στοιχεία, αγαπητή μου Δούκισσα», απάντησε σε ήπιο τόνο ο Χασεκή. Προφανώς διασκέδαζε. «Και τα στοιχεία είναι ότι η Ελλάδα παραδόθηκε στο χάος μετά την ανεξαρτησία. Τη λεηλάτησαν οι ίδιοι οι πολιτικοί και οι πολίτες της. Υπό οθωμανική κυριαρχία…»

«Υπό οθωμανική κυριαρχία πουλούσατε τα μάρμαρα του Παρθενώνα στον λόρδο Έλγιν! Ο Τζισταράκης κατέστρεψε μια στήλη από τον ναό του Ολυμπίου Διός για να κατασκευάσει ασβέστη για το τζαμί του! Έλεγες κάτι για λεηλασία;»

Η Ήρα γύρισε απότομα καθώς άκουσε για την σύληση των ναών της οικογένειάς της και η κατάσταση έμοιαζε να οδηγείται σε γενικευμένο καβγά. Ο Σκαντζόχοιρος έσπευσε να κατευνάσει τα πνεύματα, όμως η στριγκιά φωνή του Νικηφόρου Παλαιολόγου τράβηξε την προσοχή όλων:

«ΓΙΑΤΙ ασχολείστε με αυτές τις ασήμαντες λεπτομέρειες ενώ βρίσκομαι εγώ εδώ, αναρωτιέμαι; Έχετε αποφασίσει να με διαγράψετε και πάλι από τα βιβλία της Ιστορίας;»

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν στη βιτρίνα του καταστήματος, όπου η κούκλα του Νικηφόρου Παλαιολόγου κατέβαινε από το ράφι όπου βρισκόταν και ήρθε να σταθεί στο τραπέζι στο κέντρο του χώρου. «Λοιπόν, κυρίες και κύριοι», είπε με επισημότητα, «θα σας διδάξω λίγη ιστορία που κανείς από σας δεν γνωρίζει».

Ο Θουκυδίδης γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω. «Γιατί άραγε;» τον άκουσε ο Σκαντζόχοιρος να μουρμουρίζει.

Ευτυχώς, ο Νικηφόρος Παλαιολόγος δεν τον άκουσε. «Θα σας πω πώς μια από τις πιο ένδοξες περιόδους της βυζαντινής ιστορίας κρύφτηκε κάτω απ’ το χαλί», είπε. «Βλέπετε, είμαι ο Νικηφόρος Παλαιολόγος, γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου, αδελφός (εδώ συνοφρυώθηκε) του Ανδρόνικου Β΄ του Παλαιολόγου. Το 1259, ενώ ο πατέρας μου νικούσε τους Φράγκους στη μάχη της Πελαγονίας και ανέκτησε στη δικαιωματική κυριαρχία του το Πριγκηπάτο της Αχαΐας, με έστειλε να κατακτήσω τις Κυκλάδες εκ μέρους του – κι όλα αυτά, ενώ ο Ανδρόνικος καθόταν αναπαυτικά στην Κωνσταντινούπολη, πρέπει να πω». Το βλέμμα του πήρε ένα ονειροπόλο ύφος. «Ω, μα ήταν μια ένδοξη ναυμαχία! Όλος ο βυζαντινός στόλος απέπλευσε προς τη Μύκονο για να αντιμετωπίσει τους βάρβαρους Φράγκους. Ήμαστε…»

Η φωνή του χάθηκε στο μουρμουρητό που ξεσηκώθηκε καθώς τα άλλα παιχνίδια άρχισαν να σχολιάζουν μεταξύ τους. «Πρέπει να πω δυο λογάκια στη μητέρα του», είπε η Κλασσική Γιαγιά. «Φαίνεται να ξέχασε να του μάθει βασικά πράγματα για τη μετριοφροσύνη».

«… και όταν ανέκτησα τις Κυκλάδες στο όνομα του αληθινού αυτοκράτορα, ο πατέρας μου μου τις παραχώρησε ως δεσποτάτο. Ναι, δεσποτάτο, πολύ πριν εμφανιστούν τα άλλα βυζαντινά δεσποτάτα. Η ανακάλυψή μου ήταν επανάσταση για τους ιστορικούς! Ήμουν…»

Η Θεοδώρα αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι της. «Άντε πάλι!»

«… αλλά ο Ανδρόνικος με ζήλευε τόσο πολύ, μα τόσο πολύ. Εγώ είχα κερδίσει μια σημαντική νίκη κι αυτός δεν είχε κάνει τίποτε γι’ αυτή την ένδοξη εκστρατεία. Πώς θα διεκδικούσε τον θρόνο έτσι; Έτσι λοιπόν, με έσβησε. Απαγόρευσε στον Παχυμέρη να καταγράψει τα κατορθώματά μου, τις μεγαλουργίες μου, θα έλεγα, καθώς ήταν μια στιγμή αντάξια της ίδρυσης της Κωνσταντινούπολης…»

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ρουθούνισε. «Σοβαρά συγκρίνει τον εαυτό του μένα; Με ΜΕΝΑ;»

«… μόνο ο Ιωάννης Γατάτζης μού στάθηκε πιστός. Τήρησε μια λεπτομερή καταγραφή της ιστορίας μου στο Χρονικό του και έκρυψε το χειρόγραφο, ώστε κάποτε να με θυμούνται. Και τώρα (τράβηξε τον Σκαντζόχοιρο πάνω στο τραπέζι και πέρασε το χέρι του γύρω από τους μικρούς του ώμους) χάρη στον φίλο μου εδώ, με θυμούνται! Αποκαταστάθηκα στη θέση που μου ανήκει δικαιωματικά στην ιστορία και όλοι θα μου αποτίουν φόρο τιμής. Όπως έπρεπε, φυσικά.»

Ο Σκαντζόχοιρος τραβήχτηκε λίγο άβολα. «Όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα, υψηλότατε», έκανε με την ψιλή φωνούλα του. «Μήπως όμως θα πρέπει να αφήσουμε τους επισκέπτες μας να τα δουν από μόνοι τους;» Και χαμηλώνοντας τη φωνή του: «Είναι τα εγκαίνια ενός καταστήματος παιχνιδιών. Σίγουρα θα αγοράσουν όλα τα σχετικά με σας παιχνίδια και θα μάθουν από μόνοι τους».

«Θα αγοράσουν;» απάντησε με έκπληξη ο Νικηφόρος Παλαιολόγος. «Δεν θα βγω σε πώληση σαν φτηνό μπιχλιμπίδι! Αυτά είναι για σας τους πτωχούς, όχι για μέλη αυτοκρατορικών δυναστειών όπως εγώ!»

Ένα οργισμένο μουρμουρητό απλώθηκε στον χώρο. Ο Αλβανός χασάπης χάθηκε από το ράφι του και εμφανίστηκε αστραπιαία πάνω στο τραπέζι, γέρνοντας καταπάνω στον Δεσπότη και χαϊδεύοντας τη χατζάρα κάτω από το ζωνάρι του. «Ωρέ! Ποιον είπες φτωχό χωριάτη;» ρώτησε απειλητικά.

Ο Αλβανός χασάπης δεν ήταν και πολύ χαρούμενος με τον σνομπισμό του δεσπότη της Μυκόνου…

Ο Σκαντζόχοιρος αναστέναξε. Η μέρα δε θα πήγαινε καλά.

Η συνέχεια την Παρασκευή 27/3/2020

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here