Με έμπνευση τη βυζαντινή τέχνη

Η βυζαντινή τέχνη διαμορφώθηκε με βάση την τεχνοτροπία της Ύστερης αρχαιότητας, ενώ κατά τον 5ο και 6ο αιώνα απέκτησε ενότητα και ιδιομορφία, δημιουργώντας μια ταυτότητα και καλλιτεχνική παράδοση που έμελλε να επηρεάσει όλο τον μεσαιωνικό κόσμο. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την εδραίωση της χριστιανικής αυτοκρατορικής εξουσίας η τέχνη έγινε το μέσο για τη διάδοση των μηνυμάτων της νέας θρησκείας και της νέας πολιτικής ιδεολογίας.

Με έμπνευση τη βυζαντινή τέχνη

Η μεταφορά της πρωτεύουσας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Ρώμη στην πόλη Βυζάντιο, αρχαία αποικία των Μεγαρέων, στις ακτές του Βοσπόρου, το έτος 330 από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο σηματοδοτεί την δημιουργία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, γνωστής και ως βυζάντιο, ονομασία που έλαβε τον 16ο αιώνα. Η μεταφορά της πρωτεύουσας διασφάλιζε ασφαλή και ελεγχόμενα σύνορα, και τροφοδότησε το κράτος με νέα πνοή.

Δημιουργήθηκε ένα πολυεθνικό και καταρχήν πολυθρησκευτικό κράτος και στη συνέχεια χριστιανικό, που από τον 4ο αιώνα μέχρι την κατάλυση του από τους Οθωμανούς τούρκους το 1453 ήταν το κέντρο του πολιτισμού του αρχαίου και στη συνέχεια του μεσαιωνικού κόσμου.

Τα γεωγραφικά όρια της αυτοκρτορίας στο πέρασμα της χιλιόχρονης πορείας της άλλαξαν πολλές φορές αλλά στη μεγαλύτερή της έκταση, εκτεινόταν στις τρεις ηπείρους γύρω από την Μεσόγειο: Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Από τον 4ο μέχρι και τον 6ο αιώνα η βυζαντινή αυτοκρατορία συνέχιζε να φέρει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού κράτους. Με το τέλος της δυναστείας του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, το βυζαντινό κράτος αποκτά σταδιακά τα μεσαιωνικά χαρακτηριστικά του. Οι επιδρομές των Σλάβων και των Αράβων, καθώς και η εικονομαχία συρρικνώνουν εδαφικά την αυτοκρατορία με αποτέλεσμα την ομογενοποίηση της σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνοντας ένα κράτος πολυεθνικό, χριστιανικό με κοινή γλώσσα την ελληνική του οποίου οι δομές στηρίχτηκαν στον αυτοκρατορικό θεσμό, την ισχυρή διοίκηση και στην ελληνορωμαϊκή παράδοση. Ο αυτοκρατορικός θεσμός, αμετάβλητο στοιχείο του κράτους, ενσωμάτωνε τις ρωμαϊκές ιδέες περί βασιλείας και το πνεύμα του χριστιανισμού με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να θεωρείται ο εκπρόσωπος του θεού επί της γης.

Τον 11ο και 12ο αιώνα το βυζαντινό κράτος εκτεινόταν στον ελλαδικό, αιγαιακό χώρο και στην Μικρά Ασία. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ’ σταυροφορίας το 1204 έδωσε καίριο πλήγμα στο ήδη παρηκμασμένο βυζάντιο. Παρά την ανάκτηση της Πόλης και την παλινόρθωση στο θρόνο της βασιλεύουσας των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων το βυζαντινό κράτος δεν κατάφερε να ανακάμψει. Το τέλος της αυτοκρατορίας γράφτηκε το 1453 με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από του Οθωμανούς Τούρκους.

Βυζαντινή Τέχνη

Η βυζαντινή αυτοκρατορία ανέπτυξε τις τέχνες και τον πολιτισμό με κέντρο την Κωνσταντινούπολη που επεκτάθηκαν εκτός των γεωγραφικών συνόρων της σε περιοχές της άμεσης πολιτισμικής ακτινοβολίας του Βυζαντίου, όπως Ιταλία, Βαλκανικές χώρες και Ρωσία.

Η βυζαντινή τέχνη διαμορφώθηκε με βάση την τεχνοτροπία της Ύστερης αρχαιότητας, ενώ κατά τον 5ο και 6ο αιώνα απέκτησε ενότητα και ιδιομορφία, δημιουργώντας μια ταυτότητα και καλλιτεχνική παράδοση που έμελλε να επηρεάσει όλο τον μεσαιωνικό κόσμο. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την εδραίωση της χριστιανικής αυτοκρατορικής εξουσίας η τέχνη έγινε το μέσο για τη διάδοση των μηνυμάτων της νέας θρησκείας και της νέας πολιτικής ιδεολογίας. Η επιδίωξη καλλιτεχνικής τελειότητας εξυπηρετούσε την καταρχήν την χρηστική λειτουργία, το λόγο του θεού, και σε δεύτερο επίπεδο την αισθητική.

Αντίθετα από ότι πιστεύεται στην περίοδος της εικονομαχίας φαίνεται ότι υπήρξε θετική στάση απέναντι σε όλες της μορφές τέχνης εκτός της θρησκευτικής εικονογραφίας. Τα δείγματα που σώζονται δυστυχώς είναι ελάχιστα.

Η αποκοπή των ανατολικών επαρχιών του βυζαντίου μετά τις αραβικές επιδρομές στέρησε την τέχνη από την επίδραση των ανατολικών προτύπων και την ώθησε στην αναζήτηση και διαμόρφωση νέας, ανεξάρτητης καλλιτεχνικής ταυτότητας.

Η Ζωγραφική

Η ζωγραφική στην τέχνη της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατείχε ιδιαίτερα σημαντική θέση και από πολύ νωρίς κέρδισε έδαφος σε σχέση με την γλυπτική που θεωρείτο η κατεξοχήν εικαστική έκφραση της ειδωλολατρίας. Από την παλαιοχριστιανική περίοδο λίγα δείγματα ζωγραφικής σώζονται λόγου του φθαρτού χαρακτήρα της. Θαυμάσιο δείγμα ζωγραφικής αποτελούν οι νωπογραφίες που ανακαλύφθηκαν στη Δούρα στον Ευρωπό στις όχθες του Ευφράτη. Αν και χρονολογικά ανήκουν στην προχριστιανική εποχή είναι φανερή η ανάμειξη της κλασικής παράδοσης με την σημιτική, που χαρακτήρισε στη συνέχεια την χριστιανική ζωγραφική της ανατολής. Από την πρωτοχριστιανική εποχή σώζονται έργα όπως η τοιχογραφία του Καλού Ποιμένα στην Κατακόμβη της Δομιτίλλας στη Ρώμη (τέλη 2ου-αρχές 3ου αι.) όπου κλασσικά θέματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής παράδοσης της τοιχογραφίας προβάλουν με αλληγορικό χριστιανικό περιεχόμενο. Από τον 6ο αιώνα και μετά αντιπροσωπευτικά σύνολα τοιχογραφιών σώζονται στη Santa Maria Antiqua της Ρώμης, στη Santa Maria του Castelseprio στη Βόρεια Ιταλία, στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης καθώς και στη Νάξο στην Παναγία Πρωτόθρονη στο Χαλκί και στην Παναγία Δροσιανή.

Η θρησκευτική εικονογραφία στις εκκλησίες εξαφανίζεται κατά την περίοδο της εικονομαχίας και αντικαθίσταται με σκηνές με φυτικό διάκοσμο, μοναδικές παραστάσεις πτηνών, σχηματοποιημένα μοτίβα, ακόμη και για σκηνές από τον ιππόδρομο ή σκηνές κυνηγιού, μιλούν οι πηγές, που ήταν προσφιλείς στη θεματολογία της εικονογράφησης των ανακτόρων. Από την τέχνη της εποχής έχουν διασωθεί παραστάσεις σε μνημεία στην Μάνη, τη Νάξο και την Κρήτη. Στην Νάξο μάλιστα σώζονται 1ο εκκλησίες με ανεικονικό διάκοσμο, από τιςοποίες σημαντικότερες είναι η Αγία Κυριακή στην Απείρανθο, ο ‘AγιοςΙωάννης ο Θεολόγος στ’ Αδησαρού, ο ‘Aγιος Αρτέμιος κοντά στο Σαγκρί, ο’Aγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στο Δανακό και η παναγιά η Πρωτόθρονη.

Η επιστροφή στη απεικονιστική θρησκευτική θεματολογία συντελέστηκε σταδιακά και εδραιώθηκε στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας. Ο ναός ήταν μικρογραφία της κατοικίας του Θεού και του σύμπαντος κόσμου, αντίληψη που επηρέασε την διαμόρφωση και τον εικονογραφικό διάκοσμο του ναού. Κάθε μέρος του ναού αποκτά μία συγκεκριμένη συμβολική σημασία και κατά συνέπεια και μία ξεχωριστή θεματολογία στην εικονογράφηση. Από τα αρχαιότερα δείγματα ακέραιας εικονογραφικής διακόσμησης σώζεται στην κρύπτη του Καθολικού της Μονής του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα.

Στην τέχνη της εποχής των Κομνηνών, ιδίως μετά τα μέσα του 12ου αι., απαντάται το ενδιαφέρον για την απόδοση των συναισθημάτων, κυρίως του πάθους και της οδύνης, για τις εξεζητημένες αναλογίες και κινήσεις των μορφών, όπως και τα πλούσια ενδύματα με κυματιστές απολήξεις. Προς το τέλος του 12ου αι. οι μορφές και οι πτυχώσεις τείνουν να αποκτήσουν σχεδόν μανιεριστικά χαρακτηριστικά. Αντιπροσωπευτικές είναι οι τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής Λατόμου (1150-1160) στη Θεσσαλονίκη, οι Άγιοι Ανάργυροι (περ. 1180) και ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (1160-1180) στην Καστοριά και το παρεκκλήσι της Παναγίας στη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο (τέλη 12ου αι.).

Η εποχή των Παλαιολόγων αποτελεί την τελευταία άνθηση της βυζαντινής τέχνης και έδωσε μερικά από τα πιο αξιόλογα δείγματα τοιχογραφιών θρησκευτικού περιεχομένου όπως αυτά αποτυπώνονται στις εκκλησίες του Μυστρά, της Βέροιας, της Καστοριάς, της Σερβίας. Η εικονογραφία ακολουθεί τα πρότυπα της μεσοβυζαντινή εποχής και εμπλουτίζεται από σκηνές από την παιδική ηλικία και τα πάθη του Χριστού ή το βίο της Παναγίας. Τα κύρια χαρακτηριστικά των έργων του 13ου και 14ου αιώνα είναι: η έμπνευση από παλαιά πρότυπα, η νατουραλιστική απόδοση, η δραματική λεπτομέρεια στις κινήσεις και εκφράσεις των μορφών και τέλος η ατομικότητα που δηλώνεται με την ύπαρξη ενός και μόνο καλλιτέχνη πίσω από κάθε εικονογραφικό κύκλο

Τα ψηφιδωτά

Το ψηφιδωτό είναι ανακάλυψη των λαών της μεσογείου από την κλασική αρχαιότητα. Σαν τεχνική κάλυψης δαπέδων κυρίως, ανθούσε στην ελληνιστική Ανατολή και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήδη από τα προχριστιανικά χρόνια και είχε δημιουργήσει παράδοση στην πολυτελή διακόσμηση δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων.

Ο βυζαντινός τεχνίτης χρησιμοποίηση την τέχνη του ψηφιδωτού για την διακόσμηση εσωτερικών τοίχων ιδιωτικών, δημόσιων και εκκλησιαστικών μνημείων. Η βυζαντινή μνημειακή τέχνη είχε βρει το εικαστικό είδος για να εκφράσει το μεγαλείο της αυτοκρατορίας και της εκκλησίας της.

Το πρώτο επιδαπέδιο χριστιανικό μωσαϊκό προέρχεται από την νότια εκκλησία της Ακυλήιας (313-319) με σκηνές από το θαλάσσιο κόσμο, το βιβλικό επεισόδιο του Ιωνά και τον καλό ποιμένα. Η τέχνη του ψηφιδωτού στην παλαιοχριστιανική εποχή ακολουθεί την παράδοση των ελληνιστικών και ρωμαϊκών προτύπων, με ανατολικές επιρροές, αποκτά αλληγορική σημασία, χριστιανική και εθνική θεματολογία, φυσιοκρατική διάθεση και συμπληρώνει διακοσμητικά τα αρχιτεκτονήματα, κοσμικά ή δημόσια. Σταδιακά υποχωρεί η ελληνορωμαϊκή κλασσική παράδοση, οι μορφές γίνονται μετωπικές και επίπεδες και χάνεται η αρμονική σύνδεση της μορφής με τον περιβάλλοντα χώρο. Η αναζήτηση στρέφεται στην αποτύπωση στο έργο της ιδέας του προτύπου. Από την εποχή αυτή σώζονται σημαντικά σύνολα ψηφιδωτών του 5ου και 6ου αιώνα όπως στη Θεσσαλονίκη στον Άγιο Γεώργιο (5ος αιώνας) στην Μονή Λατόμου (500 περίπου), στον άγιο Δημήτριο (6ος αιώνας), στη Ραβέννα στον Άγιο Απολλινάριο τον Νέο (το 500 περίπου), και στον Άγιο Βιτάλιο με τα περίφημα ψηφιδωτά που αποδίδουν τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα (540-547).

Μετά την εικονομαχία και την σταδιακή επιστροφή σε θρησκευτικού περιεχομένου απεικονίσεις, οι καλλιτέχνες αποκτούν ξανά ελευθερία έκφρασης στα τέλη του 9ου αιώνα. Μόνο μερικά ψηφιδωτά εκκλησιών έχουν διασωθεί από την εποχή αυτή όπως τα φατνώματα στην αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Οι ψηφιδωτές διακοσμήσεις εξελίχτηκαν ελάχιστα από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα. Η θεματογραφία χωρίς ουσιώδεις διαφορές στην αισθητική απόδοση των θεμάτων. παρέμενε προσαρμοσμένη στην αρχιτεκτονική και στην κυριαρχία της ανθρώπινης μορφής πάνω στο τοπίο. Όλα ακολουθούν ένα καθορισμένο εικονογραφικό πρόγραμμα βασισμένο στην αναπαράσταση του βασιλείου του Θεού και στους ανθρώπους του.

Πρέπει να αναζητήσουμε τα έργα του 11ου και 12 ου αιώνα για να εκτιμήσουμε την τέχνη των ψηφιδωτών: στην εκλεπτυσμένη τεχνοτροπία των μορφών στο καθολικό του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα, στη ζωντάνια, τις δραματικές εκφράσεις και τη δύναμη των χρωμάτων των ψηφιδωτών της Νέας Μονής Χίου ή στην κλασική τεχνοτροπία των ψηφιδωτών με την αίσθηση του χρωματιστού ανάγλυφου της Μονής Δαφνίου στην Αττική.

Μικρογραφία

Στα πρώτα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας η εικονογράφηση των βιβλίων είναι μια τέχνη σχετικά καινούρια και αφορούσε ιστορικά ή φιλοσοφικά κείμενα. Φαίνεται μάλιστα ότι από τον 5ο αιώνα και μετά άρχισαν να εικονογραφούνται ιστορικά έργα όπως του Σωκράτη ή του Αλεξανδρινού Χρονικού. Από τον 6ο αιώνα έχουν διασωθεί δύο έκδοσεις, της Ιλιάδας στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου και μια πραγματεία του γιατρού Διοσκαρίδη. Το πρώτο δείγμα εικονογραφημένου θρησκευτικού χειρογράφου προέρχεται από τον 6ο αιωνα: χειρόγραφο τηε Γεννέσεως στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης. Είναι πρόδηλη η επιρροή της κλασικής παράδοσης στα ελάχιστα δείγματα μικρογραφίων της εποχής που διακρίνονται για την λεπτότητα τους.

Η μικρογραφία τουλάχιστον μέχρι τον 9ο αιώνα δεν παρουσιάζει καλλιτεχνική ομοιογένεια. Διατηρούν ακόμη την επίδραση του ζωγράφου προγενέστερων περιόδων. Το χειρόγραφο των Ομιλιών τυ Γρηγόριου του Νανζιαζηνού που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού κατασκευάστηκε από το αυτοκρατορικό σπουδαστήριο του Βασίλειου Α΄ (867-886) και αποτελεί αντίγραφο παλιότερων εικονιστικών προτύπων. Στο τέλος του 10ου αιώνα η παραγωγή των βυζαντινών μικρογραφιών είναι πιο πρωτότυπη και συνδυάζει μοτίβα από την κλασική παράδοση με κατεξοχήν βυζαντινά στοιχεία. Στον 11ο κι 12ο αιώνα εμφανίζεται η τάση για το γραφικό, το εξωτικό, τις ανατολικές φιγούρες με πλούσια ρούχα, ρεαλιστικά στοιχεία με συγκινησιακά θέματα. Παράλληλα εμφανίζεται και ένας νέος τύπος εικονογράφησης, οι εικόνες είναι μικροσκοπικές και συχνά μπαίνουν σε πλαίσιο, ή πλέκονται γύρω από περίτεχνα αρχικά γράμματα. Πρόκειται για ένα συνδυασμό ζωγραφικής και καλλιγραφίας.

Σμάλτα

Μετά το τέλος της εικονομαχίας στην βυζαντινή τέχνη άνθισε η απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής. Σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε η τέχνη του ένθετου σμάλτου που από τον 10ο ως το τέλος του 11ου αιώνα εφαρμόστηκε στην θρησκευτική εικονογραφία. Λόγω των ξεχωριστών ιδιοτήτων του χρωματιστού σμάλτου, στο διάφανο δηλαδή αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται, η τέχνη αυτή γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση και παρήγαγε εξαιρετικά έργα. Η θήκη του Τίμιου Ξύλου που βρίσκεται στον καθεδρικό ναό του Λίμπουργκ, Η Πάλα ντ’ Όρο στον άγιο Μάρκο της Βενετίας εσυγκαταλέγονται στα εξαίρετα δείγματα αυτής της τέχνης.

Με μοτίβα από σμάλτο διακοσμούν και πολλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης όπως κορνίζες, σταυρούς, δαχτυλίδια εικόνες κλπ. Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους πολλά σμάλτα μεταφέρθηκαν στη δύση και κυρίς στη Βενετία όπου βρίσκεται η πλουσιότερη γνωστή συλλογή βυζαντινών σμάλτων.

Η αρχιτεκτονική

Η αρχιτεκτονική στην πρώιμη χριστιανική εποχή βρίσκει την έκφρασή της σε δημοσια κτήρια και κυρίως στα ανάνακτορα που δυστυχώς δεν σώζονται παρά μόνο μερικά υπολείμματα από τα ανάκτορα του Γαλέριου στην Θεσσαλονίκη και του Διοκλητιανού στο Σπαλάτο. Στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική κυριάρχησε σταδιακά η χριστιανική βασιλική σε τέσσερις παραλλαγές: την απλή δρομική, τη σταυρική, την καμαροσκέπαστη και από την εποχή του Ιουστινιανού την τρουλαία. Η καινοτομία της τρουλαίας βασιλικής απαντάται για πρώτη φορά το 532-537 στον καθεδρικό ναό της Κωνσταντινούπολης, την Αγία Σοφία που αποτελεί αριστούργημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής

Στη διάρκεια των μέσων χρόνων του βυζαντίου [843-1204] η χριστιανική αρχιτεκτονική έχει διαμορφώσει τον βασικό τύπο της και οι οικοδομικές τεχνικές έχουν φτάσει σε ένα υψηλό βαθμό τελειότητας. Καθιερώνεται ο εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός με τρούλο ως κυρίαρχος αρχιτεκτονικός τύπος και διαμορφώνονται τοπικές αρχιτεκτονικές σχολές όπως της Θεσσαλονίκης ή της Μακεδονίας. Οι εκκλησιαστικοί ναοί διακρίνονται από μεγαλύτερη κομψότητα και είναι λιγότερο λιτοί, χωρίς όμως να αποκλίνουν από τον κυρίως σκοπό της πρόκλησης μίας πνευματικής ανάτασης στους πιστούς. Ένας ακόμα τύπος που εμφανίζεται αυτή την περίοδο είναι ο οκταγωνικός.

Στην υστεροβυζαντινή εποχή (1204-1453) οι αρχιτεκτονικοί τύποι δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά από την ήδη υπάρχουσα τυπολογία. Χαρακτηριστικό τους είναι η ποικιλομορφία , η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία συνδυαστικών τύπων όπως ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος με τρούλο, ο οκταγωνικός, ο μικτός τύπος και ο σταυρεπίστεγος. Επιπλέον, σε ορισμένα μνημεία, αναγνωρίζονται μορφολογικές επιδράσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής που οφείλονται κυρίως στην επιρροή των Φράγκων, με χαρακτηριστικότερο στοιχείο τις οξυκόρυφες αψίδες.

Δυστυχώς οι γνώσεις μας για την κοσμική αρχιτεκτονική είναι ελάχιστες γιατί δεν σώζονται ιδιαίτερα στοιχεία. Οι αίθουσες των παλατιών είχαν την ίδια μορφή με τις σύγχρονες τους εκκλησίες με θόλους αψίδες και τρίκογχα σε ένα σύνολο από αίθουσες, στοές, θαλάμους, λουτρά και αποθήκες. Οι ιδιωτικές κατοικίες είχαν συνήθως δύο πατώματα και τα κύρια δωμάτια βρίσκονταν στο πρώτο. Τα οχυρωματικά έργα, τα υδραγωγεία, οι γέφυρες ήταν βασισμένα σε ρωμαϊκά πρότυπα. Ακόμη και το σχέδιο του ιππόδρομου ήταν βασισμένο σε ρωμαϊκό πρότυπο. Ενώ πιο πρωτότυπες κατασκευές αποτέλεσαν οι κινστέρνες κυρίως του 5ου και 6ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη.

Γλυπτική

Η γλυπτική αν και θεωρείτο η κατεξοχήν εικαστική έκφραση της ειδωλολατρίας και δεν προτιμήθηκε ως έκφραση των καλλιτεχνικών ρευμάτων στο Βυζάντιο, επιβίωσε μέσα από την παράδοση της προσωπογραφικής αγαλματοποιίας συνδεδεμένης με τον αυτοκρατορικό θεσμό. Τα μαρμάρινα αγάλματα του Βαλεντινιανού στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης αποτελούν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Οι ιστορικές βυζαντινές πηγές μαρτυρούν την ύπαρξη αυτοκρατορικών αγαλμάτων στους δημόσιους χώρους της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα όμως αναπτύχθηκε και ένα είδος θρησκευτικής γλυπτικής που εμπνεόταν από το αυτοκρατορικό ιδεώδες που χάθηκε οριστικά μετά τον 7ο αιώνα.

Στους μέσους και ύστερους χρόνους του βυζαντίου η γλυπτική τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρχιτεκτονική. Τα περισσότερα έργα που έχουν διασωθεί είναι γεωμετρικά με διακοσμητικό χαρακτήρα και αποτελούν τμήμα του εσωτερικού ή εξωτερικού των αρχιτεκτονικών κτισμάτων. Τα κιονόκρανα, οι λεπτομέρειες του άμβωνα, τα υπέρθυρα, τα εντοιχισμένα γλυπτά κ.λπ. φανερώνουν ποικιλία σχεδίων και προτύπων.

Τα πιο εντυπωσιακά έργα γλυπτικής ήταν τα ανάγλυφα μικρών διαστάσεων σε στεατίτη, ελεφαντόδοντο, μάρμαρο, με ανατολικές επιδράσεις τουλάχιστον μέχρι τον 9ο αιώνα. Πρόκειται για κοσμηματοθήκες, λειψανοθήκες, λατρευτικά δίπτυχα κ.λπ. Μικρός θρίαμβος της βυζαντινής μικροτεχνίας θεωρείται το δίπτυχο του Ρωμανού και της Ευδοκίας που βρίσκεται στο Cabinet des Medailles και ανήκει στον 10ο αιώνα, όπου παρατηρείται μια αναγέννηση του είδους.