Panem et circenses

«Άρτον και θεάματα»:
Οι ιππόδρομοι αποτελούσαν το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τόσο στη Ρώμη όσο και στην Κωνσταντινούπολη.

Το έργο των Onofrio Panvinio και Etienne Du Pérac

Ο λόγιος Αυγουστίνος Ονούφριος Πανβίνιο (1529 – 1568) θεωρείτο ως ένας από τους μεγαλύτερους εκκλησιαστικούς, ιστορικούς και αρχαιολόγους της εποχής του. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του ήταν αφιερωμένο στα ρωμαϊκά παιχνίδια, το De ludis circensibus, και στον ρωμαικό ιππόδρομο, πρόγονο αυτού της Κωνσταντινούπολης.

Τα σχέδια των ρωμαϊκών μνημείων που απεικονίζονται στο έργο De ludis circensibus του Πανβίνιο έγιναν από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Etienne Du Pérac (1525-1604), ο οποίος υπήρξε συγχρόνως ζωγράφος, αρχιτέκτονας και εξειδικευμένος σχεδιαστής κήπων. Ξεκίνησε την καριέρα του στην Βενετία και στην Ρώμη όπου διέμεινε για σχεδόν 20 χρόνια (περίπου 1560-1578) πριν επιστρέψει μόνιμα στην Γαλλία, όπου και το 1596 περίπου έγινε ένας από τους αρχιτέκτονες του Ερρίκου του Δ΄. Κατά την παραμονή του στην Ρώμη αφιερώθηκε στην μελέτη της αρχιτεκτονικής και των αρχαιοτήτων και ανέπτυξε στενές σχέσεις με τον Onofrio Panvinio, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην σχέση του με τον κλάδο των αρχαιολόγων και τον ώθησε στη μελέτη των ρωμαϊκών αρχαιοτήτων. Η μεγάλη σημασία των σχεδίων του Etienne Du Pérac σχετικά με την απόδοση των ρωμαϊκών μνημείων έγκειται στο γεγονός ότι αποτυπώθηκαν με απόλυτη αρχαιολογική και τοπογραφική πιστότητα ώστε ακόμα και σήμερα τα σχέδια αυτά να αποτελούν αντικείμενο μελέτης και αναφοράς από τους αρχαιολόγους, όταν μάλιστα πρόκειται και για μνημεία που έχουν χαθεί για πάντα.

Ο Μέγας Ιππόδρομος (Circus Maximus) της Ρώμης. Πηγή: Onvphrii Panvinii Veronensis: De ludis circensibus libri II ; De triumphis liber unus : quibus universa ferè Romanorum veterum sacra ritusq. declarantur, ac figuris aeneis illustrantur
Venice, 1600
Getty Research Institute

Ο ρωμαϊκός ιππόδρομος, Circus Maximus.

Το circus maximus, ο ιππόδρομος της αρχαίας Ρώμης, χωρητικότητας 250.000 θέσεων βρισκόταν κοντά στον Παλατίνο λόφο και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα και θεωρείτο ως το πρώτο και μεγαλύτερο στάδιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε το πρότυπο για τους ιπποδρόμους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καθώς και για τον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης.

Η πρώτη αναφορά σε ιππόδρομο γίνεται στην μυθολογία με την αρματοδρομία του Οινόμαου και του Πέλοπα. Στη συνέχεια συναντάται ως αναφορά στον Όμηρο και ως κατασκευή πλέον στην αρχαία Ολυμπία, όπου στην 25η ολυμπιάδα (690π.χ.) θα πραγματοποιηθεί αγώνας τέθριππων αρμάτων. Στην ιστορία της πόλης της Ρώμης ο μέγας ιππόδρομος θεωρείτο ότι υπήρχε από πάντα. Εκεί σύμφωνα με την Ρωμαϊκή παράδοση, έγινε και η αρπαγή των Σαβίνων γυναικών κατά την διάρκεια αγώνων που είχαν διοργανωθεί από τον Ρώμυλο προς τιμήν του θεού της συγκομιδής.

Ο ρωμαϊκός ιππόδρομος προέρχεται από τον αρχαίο ελληνικό με κάποιες επιρροές από τον ετρουσκικό. Είχε τη μορφή αρχαίου ελληνικού σταδίου, δηλαδή σφενδόνη (πέταλο ή καμπύλη πλευρά) και επιμηκυμένες τις δύο πλευρές του. Είχε 621 μ. μήκος και πλάτος 140μ. Ξεχωρίζουν τρία μέρη: η αρένα (αρενα): ο χώρος των θεαμάτων, οι κάρκερες (carceres): ο χώρος που ξεκινούσαν τα άρματα και οι κερκίδες (loca). Κατά μήκος των ευθύγραμμων πλευρών και στο κέντρο κατασκευάζεται ο εύριπος και στολίζεται με αγάλματα, οβελίσκους και άλλες διακοσμήσεις.

Στην αρχική του βέβαια μορφή είχε κατασκευές ξύλινες και κινητές. Οι πρώτες μόνιμες κατασκευές θα εμφανιστούν περίπου το 174 π.Χ. με την δημιουργία των καρκέρων και των επτά αυγών για την μέτρηση των γύρων, ενώ την τελική του μορφή θα πάρει το 46 π.χ. επί Ιούλιου Καίσαρα. Το 33 π.Χ. ο Αγρίππας τοποθέτησε 7 χάλκινα δελφίνια που είχαν την ίδια λειτουργία με τα αυγά. Το αυτοκρατορικό θεωρείο θα κατασκευαστεί επί Αύγουστου και στο κέντρο του ιπποδρόμου θα τοποθετηθεί ο αιγυπτιακός οβελίσκος του Ραμσή Β’. Θα καταστραφεί από φωτιά και θα αποκατασταθεί αρκετές φορές στο πέρασμα των χρόνων, συνεχίζοντας πάντα να αποτελεί ορόσημο για την πόλη της Ρώμης μέχρι το 549 όταν επί Τοτίλα, βασιλιά των Γότθων, πραγματοποιήθηκε και η τελευταία γνωστή αρματοδρομία.

Στον ιππόδρομο πραγματοποιούνταν οι δημόσιοι αγώνες, τα παίγνια (Ludi) που συνδέονταν με τις θρησκευτικές εορτές των Ρωμαίων και τον εορτασμό θριάμβων. Συχνά τέτοιους αγώνες χρηματοδοτούσαν και σημαντικοί Ρωμαίοι ή η Σύγκλητος ως προσφορά στον ρωμαϊκό λαό και τους θεούς. Στα παίγνια των Ρωμαίων συγκαταλέγονται κυρίως ιπποδρομίες και αρματοδρομίες, αθλητικοί αγώνες, θεατρικά και μουσικά έργα, κυνήγι αγρίων ζώων και μονομαχίες αλλά και θρησκευτικές τελετές και δημόσιες πανηγύρεις. Η έναρξη των παιγνίων ξεκινούσε με μια θεαματική παρέλαση, για να δηλωθεί ο σκοπός των αγώνων και οι συμμετέχοντες. Ορισμένες εκδηλώσεις ήταν μικρές σε μέγεθος και χρόνο, άλλες ήταν ιδιαίτερα δαπανηρές και πολύπλοκες με σκοπό την τέρψη των θεατών αλλά και την ανάδειξη της γενναιοδωρίας του χορηγού ως καταλληλότερου για ένα νέο υψηλότερο αξίωμα.

Μετά τον 1ο αι. μ.Χ., που κτίστηκε το Κολοσσαίο για να στεγάσει τις επιδείξεις μονομαχιών και τα κυνήγια αγρίων ζώων, ο Μέγας Ιππόδρομος χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά για αρματοδρομίες. Η εξάπλωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Αυτοκρατορίας είχε σαν αποτέλεσμα να περιοριστούν τα παίγνια αλλά όχι να σταματήσουν εντελώς.

Με δωρεάν είσοδο ο ιππόδρομος προσέφερε στις ετερογενείς μάζες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας θέαμα και διασκέδαση το οποίο επιχορηγούσαν οι πλούσιοι Ρωμαίοι και ο αυτοκράτορας με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή του λαού από τα κοινωνικά, οικονομικά και κρατικά προβλήματα.
Στις αρματοδρομίες αγωνίζονταν τέσσερις ομάδες που ήταν αφιερωμένες στις εποχές του χρόνου: Βένετοι (γαλάζιοι), πράσινοι, ρούσσοι (κόκκινοι) και λευκοί, ομάδες – κόμματα, όπως και στην Κωνσταντινούπολη. Επρόκειτο για ιδιωτικές εταιρείες που οι ιδιοκτήτες τους ανήκαν στην τάξη των ιππέων. Διοργάνωναν τους αγώνες και παρείχαν τους ηνίοχους, τα άλογα και τα άρματα. Η θέση της κάθε ομάδας στην εκκίνηση των αγώνων καθώς και οι ηνίοχοι και τα άλογα αποφασίζονταν με κλήρωση. Η εκκίνηση δινόταν με ένα πανί που το άφηνε να πέσει ο διοργανωτής ή ο αυτοκράτορας. Οι πύλες άνοιγαν ταυτόχρονα και τα άρματα ξεχύνονταν προσπαθώντας συχνά να σπρώξουν τα αντίπαλα άρματα προς τον εύριπο για να τους προκαλέσουν ζημιά. Ο αγώνας ακολουθούσε αριστερόστροφη πορεία και ολοκληρωνόταν ύστερα από επτά γύρους.

Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης ιδρύθηκε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο και ολοκληρώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Είχε ως πρότυπο το περίφημο Circus Maximus της Ρώμης. Με την πάροδο του χρόνου και την εξασθένηση του κράτους οι αγώνες μειώθηκαν και παραμελήθηκε ο ιππόδρομος, πάντως μέχρι και τον 10 αιώνα οι φθορές δεν ήταν μεγάλες. Φαίνεται μάλιστα ότι διατηρήθηκε μέχρι και τον 14ο αιώνα με μικρά διαστήματα που δεν τελούντο αγώνες. Σταδιακά μετά την άλωση αποσπάστηκαν από τον ιππόδρομο οικοδομικά υλικά και μέχρι τα ερείπια του φαίνονταν μέχρι και το 1855.

Με μορφή αρχαίου ελληνικού σταδίου, δηλαδή πέταλο με επιμηκυμένες τις δύο πλευρές του, ο ιππόδρομος αποτελείτο από τρία μέρη: τις κάρκερες (carceres) το σημείο εκκίνησης δηλαδή στη βόρεια πλευρά του. Επρόκειτο για ένα κτίσμα με δώδεκα πύλες που πλαισίωναν την κεντρική είσοδο. Οι πύλες έφεραν κάγκελα και είχαν τη δυνατότητα να ανοίγουν συγχρόνως με αυτόματο μηχανισμό για αυτό ονομαζόταν επίσης μάγγανα ή κάγκελα. Στο σημείο αυτό, υπήρχε πύργος όπου κοσμείτο με τα τέσσερα επίχρυσα άλογα του Λύσιππου που σήμερα βρίσκονται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Το δεύτερο μέρος ήταν το πέλμα, ο κεντρικός χώρος του Ιπποδρόμου, στο κέντρο του εκτεινόταν μια χαμηλή αξονική κατασκευή με νερό, που ονομαζόταν  σπίνα ή εύριπος και γύρω από την οποία πραγματοποιούνταν οι αρματοδρομίες, με φορά αντίθετη προς εκείνη των δεικτών του ρολογιού. Κατά μήκος της σπίνας ήταν τοποθετημένα πολλά γλυπτά από τα οποία σώζονται μόνο ο αιγυπτιακός οβελίσκος του Μ.Θεοδοσίου, ο οβελίσκος του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και η κολόνα που σχημάτιζαν τα κορμιά των τριών φιδιών και πάνω στην οποία στηριζόταν ο χρυσός τρίποδας που είχαν αφιερώσει οι ελληνικές πόλεις στο μαντείο των Δελφών μετά τη μάχη των Πλαταιών. Και το τρίτο μέρος ήταν τα βάθρα, δηλ τα καθίσματα των θεατών που στηρίζονταν σε κολόνες, αμφιθεατρικά διατεταγμένα, ήταν περίπου 30 ή 40 σειρές. Στην αριστερή πλευρά των βάθρων και στη μέση, εικάζεται ότι υπήρχε το βασιλικό θεωρείο. Επρόκειτο για μια πολυόροφη κατασκευή η οποία επικοινωνούσε με το παλάτι, ενώ στο ισόγειο βρισκόταν η βασιλική φρουρά. Κάτω από τα βάθρα υπήρχαν βοηθητικοί χώροι.

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης, όπου διεξάγονταν κυρίως ιπποδρομίες και αρματοδρομίες, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στην αυτοκρατορία. Είχε μήκος μεταξύ 450 και 480 μέτρων, εξωτερικό πλάτος 117 μέτρα ενώ υπολογίζεται ότι χωρούσε περίπου 100.000 άτομα. Οι κατεξοχήν αγώνες, οι αρματοδρομίες, πραγματοποιούνταν σε τακτές ημερομηνίες κάθε έτος, αλλά και με την ευκαιρία διαφόρων σημαντικών γεγονότων, όπως θρίαμβοι, θρησκευτικές γιορτές, βασιλικά γενέθλια, επισκέψεις ξένων ηγεμόνων κλπ.

Ήταν επίσης το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της Κωνσταντινούπολης. Εκεί αναγορεύονταν οι αυτοκράτορες, γίνονταν υποδοχές επισήμων, διαπομπεύσεις, εκτελέσεις των θανατικών ποινών, στρατιωτικοί θρίαμβοι, επευφημίες ή οι αποδοκιμασίες των ηγεμόνων, και ήταν ο μόνος χώρος όπου ο λαός είχε δυνατότητες πρόσβασης στον αυτοκράτορα. Οι βυζαντινοί ήταν θερμοί οπαδοί του ιππόδρομου και των αρματοδρομιών. Μάλιστα όσοι δεν κατάφερναν να παρακολουθήσουν το θέαμα μέσα στον ιππόδρομο σκαρφάλωναν σε οικήματα γύρω για να δουν έστω και από μακριά. Τα στοιχήματα μάλιστα ήταν άλλος ένας τρόπος συμμετοχής και μάλιστα παίζονταν μεγάλα ποσά.

Οι μέρες που τελούντο οι αγώνες ήταν καθορισμένες αλλά υπήρχαν και κάποιες περιπτώσεις που προέκυπταν με την επίσκεψη ξένων ηγετών ή λόγω κάποιων σημαντικών γεγονότων του κράτους. Αγωνοθέτες μετά τον 6ο αιώνα ήταν οι αυτοκράτορες. Μια μέρα πριν τους αγώνες κρεμούσαν στην κεντρική πύλη του ιπποδρόμου το πανί που τους προανήγγειλε. Οι αγώνες κρατούσαν ένα πρωινό ή μια μέρα. Σε κάθε αγώνα έπαιρναν μέρος τέσσερα άρματα όσοι και οι δήμοι, και κάθε άρμα είχε τέσσερα άλογα (τέθριππο). Η θέση τους κληρωνόταν και έπρεπε να τρέξουν 7 γύρους. Ο νικητής ελάμβανε κλαδί φοίνικα, νομίσματα, ενδύματα και συχνά ασημένιο στεφάνι.

Εκτός από τις ιπποδρομίες, στον ιππόδρομο διεξάγονταν επίσης διάφορα αγωνίσματα με γνωστότερα την πάλη, την πυγμαχία, το άλμα, το δρόμο και τον δίσκο τα οποία ακολουθούσαν την ελληνορωμαϊκή αθλητική παράδοση. Ενώ στα κενά των αρματοδρομιών ή στο τέλος τους παρουσιάζονταν στους θεατές διάφορα θεάματα όπως: ψευτομάχες, αναπαραστάσεις κυνηγιών με άγρια θηρία, ακροβασίες, σχοινοβασίες, ισορροπίες με άλογα και παραστάσεις μίμων.

Οι Δήμοι

Ο αυτοκράτορας είχε αναθέσει την οργάνωση των ιπποδρομιών στους Δήμους. Αρχικά οι δήμοι ήταν αθλητικά σωματεία με μέλη και οπαδούς ανθρώπους που τους άρεσαν οι ιππικοί αγώνες. Λειτουργούσαν μάλιστα σαν συγκροτημένα συστήματα με εγγεγραμμένα μέλη που πλήρωναν χρηματική συμβολή. Υπήρχαν τέσσερις δήμοι Πράσινοι, Βένετοι (Γαλάζιοι), Ρούσσοι (Κόκκινοι) και Λευκοί το όνομα των οποίων είχε προκύψει από τα χρώματα των στολών τους. Με το πέρασμα του χρόνου οι Δήμοι απέκτησαν πολιτική ισχύ και αργότερα τους χρησιμοποιούσε το κράτος σε δημόσια έργα ή, ακόμα, για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης, σε δύσκολους καιρούς. Οι «δήμαρχοι», οι αρχηγοί τους, από μια εποχή και μετά διορίζονταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Οι βένετοι αντιπροσώπευαν τα από τα εύπορα στρώματα του πληθυσμού, την ανώτερη τάξη ενώ οι πράσινοι τα μεσαία και ασθενέστερα, τη λαϊκή τάξη που ήταν και πολυπληθέστερη. Έτσι οι αγώνες στον ιππόδρομο σταδιακά απέκτησαν ιδιαίτερη πολιτική σημασία και κάθε φορά πριν από την έναρξη των αγώνων ο λαός εκδήλωνε με ζητωκραυγές και πολιτικά συνθήματα την γνώμη του για την κυβερνητική πολιτική. Μάλιστα οι δήμοι χαρακτηρίστηκαν ως το τελευταίο προπύργιο των δημοκρατικών ελευθεριών στο Βυζαντινή αυτοκρατορία.