Στα βήματα των περιηγητών

Στα περιηγητικά κείμενα του 19ος αιώνα ξεχωρίζουν οι προσεγμένες απεικονίσεις τόπων και μνημείων και οι όσο το δυνατόν τεκμηριωμένες πληροφορίες για την ιστορία και τους ανθρώπους. Τόσο η προεπαναστατική Αθήνα όσο και άλλες σημαντικές τοποθεσίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος δέχονται πολλούς επισκέπτες που καταγράφουν συχνά με ένα πνεύμα φιλελληνισμού τα περιηγητικά και εικαστικά έργα τους.

Dodwell και Pomardi

Ο Ιταλός καλλιτέχνης Simone Pomardi (1760 - 1830) συνόδευσε τον Βρετανό αρχαιολόγο Edward Dodwell (1767 - 1832) από το 1804 έως το 1806 σε ένα από τα πολλά του επιστημονικά ταξίδια στην Ελλάδα.

Ο Ιταλός καλλιτέχνης Simone Pomardi (1760 – 1830) συνόδευσε τον Βρετανό αρχαιολόγο Edward Dodwell (1767 – 1832) από το 1804 έως το 1806 σε ένα από τα πολλά του επιστημονικά ταξίδια στην Ελλάδα. Σε τρία βιβλία με πλούσια εικονογράφηση, εξιστορούν τα ταξίδια τους στα Ιόνια νησιά, τη Δυτική Ελλάδα, τη Φωκίδα, τη Βοιωτία και την Αττική, όπως και ταξίδια που πραγματοποίησαν χωριστά στην Κεντρική Ελλάδα και την Πελοπόννησο.

Παρότι ο Dodwell διέθετε καλλιτεχνικό ταλέντο, οι περισσότερες
εικονογραφήσεις σχεδιάστηκαν από τον Pomardi ή υπό την καθοδήγησή του. Αντίστροφα, ο Dodwell έδινε στον Pomardi πληροφορίες για τα αρχαιολογικά μνημεία που συναντούσαν. Το αποτέλεσμα είναι μια συλλογή από χαρακτικά και λιθογραφίες εξαιρετικού ενδιαφέροντος για τους λάτρεις της ελληνικής αρχαιολογίας, καθώς, εκτός από τοπία και σκηνές της καθημερινής ζωής, αποτυπώνουν κυρίως κλασικά μνημεία πριν αφαιρεθούν οι ρωμαϊκές, χριστιανικές και οθωμανικές προσθήκες.

Το A Classical and Topographical Tour of Greece του Dodwell (1819) και το Viaggio nella Grecia του Pomardi (1820), βρίσκονται ψηφιοποιημένα στο archive.org (Τόμος 1 και Τόμος 2), ευγενική χορηγία του Getty Research Institute. Το Viaggio, καθώς και το Views in Greece του Dodwell (1821), υπάρχουν στην Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων (κωδικοί: ΣΒΞ (f)ΠΕΡ 1821 VIE και ΣΒΞ ΠΕΡ 1820 VIA αντίστοιχα)

Luis Dupré

Ένας από τους πολλούς περιηγητές που ενδιαφέρθηκαν για την Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν ο Γάλλος Louis Dupré, ζωγράφος προσωπογραφιών, τοπίων, ιστορικών και θρησκευτικών θεμάτων.

Παιχνίδια βασισμένα σε έργα του Luis Dupré

Ο Luis Dupré γεννήθηκε στο Seine et Oise το 1789 και πέθανε το 1837 στο Παρίσι. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την οικογένεια του και την παιδική του ηλικία. Σε νεαρή ηλικία πάντως έγινε μαθητής του γνωστού ζωγράφου Jacques Louis David (1748 –1825). Τις σπουδές του νεαρού ζωγράφου υποστήριξε ο προστάτης του, κόμης Clement de Ris. Στα 1811 ο Dupré, βρίσκεται στο Kassel και ονομάζεται αυλικός ζωγράφος του βασιλιά της Βεστφαλίας Ιερώνυμου Βοναπάρτη.

Στα 1813 βρίσκεται στη Ρώμη για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Κατά την εξάχρονη παραμονή του στην Ιταλία περιηγείται και μελετά μνημεία ενώ μελετά ιδιαίτερα την τέχνη της προσωπογραφίας. Γνωρίζει και συνδέεται φιλικά με τον γλύπτη David d’Angers, τον ζωγράφο J.A.D. Ingres και τον αρχιτέκτονα Ch. R. Cockerell καθώς και με τους Άγγλους περιηγητές και φιλότεχνους Heyet, Hay και Viwian. Οι τελευταίοι του προτείνουν να τους συνοδεύσει στην Ελλάδα με την συμφωνία εκείνοι να αναλάβουν τα έξοδα και ο Dupré να τους παρέδιδε ως αντάλλαγμα, εικόνες των μνημείων και των τοπίων της χώρας.

Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1819 μέχρι τον Απρίλιο του 1820 επισκέπτονται την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού. Χωρίζουν όταν ο Duprè συνεχίζει την περιήγησή του στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στο Βουκουρέστι προσκεκλημένος του Μιχαήλ Σούτσου (1784-1864), μεγάλου διερμηνέα της Υψηλής Πύλης και ηγεμόνα της Μολδαβίας. Η υπόλοιπη συντροφιά επιστρέφει στην πατρίδα της. Το οδοιπορικό του τελειώνει με την άφιξη του καλλιτέχνη στη Ρώμη στις 18 Απριλίου 1820.

Η εικονογραφημένη ταξιδιωτική του συλλογή, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη, που περιλαμβάνει σαράντα έγχρωμες λιθογραφίες, δημοσιεύτηκε το 1825 όταν επέστρεψε στην Γαλλία. [Voyage à Athènes et à Constantinople ou collection de portraits, de vues et de costumes grecs et ottomans peints sur les lieux, d`après nature, lithographiès et coloriès par L. Duprè èlève de David].

Ήδη η Ελληνική Επανάσταση είχε ξεσπάσει κι ο ίδιος δήλωνε ένθερμος φιλέλληνας. Αποτυπώνει τοπία και μνημεία της χώρας που είχε επισκεφθεί, κυρίως όμως εστιάζει στην ποικιλομορφία των ανθρώπων της μέσα από προσωπογραφίες. Έδωσε επίσης μεγάλη βαρύτητα στις φορεσιές των ανθρώπων, καθώς τις αποτυπώνει με λεπτομέρεια. Τα συνοδευτικά κείμενα του είναι αντιπροσωπευτικά των φιλελληνικών αισθημάτων του.

Παρότι το βιβλίο του Dupré είναι σπάνιο, υπάρχει σε κάποιες βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο, ενώ πολλές λιθογραφίες του βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Το βιβλίο βρίσκεται επίσης ψηφιοποιημένο στο archive.org, ευγενική χορηγία του Getty Research Institute.

Στα βήματα των περιηγητών

Το εξερευνητικό πάθος του ανθρώπου σηματοδοτεί την ανάγκη του ανθρώπου, από τα πολύ πρώιμα χρόνια ως τις μέρες μας, για κίνηση, για μετακίνηση, με διαφορετικά κάθε φορά κίνητρα όπως για να δει και να μάθει. Και αυτό που βλέπει ή μαθαίνει συχνά θέλει να το αποτυπώσει και να το αποθανατίσει στα γραπτά του. Η ταξιδιωτική γραφή δρομολογείται ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. αιώνα, με την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Ο Σόλων, τον 6ο αιώνα π.Χ., επιθυμεί να δει και να μάθει όπως ο Οδυσσέας, ο Εκαταίος ο Μιλήσιος (550 -480π.Χ.) συγγράφει το έργο Περίοδος Γης ή Περίπλους, ο Νέαρχος (περ. 360- 312 π.Χ.), και ο Πυθέας (περ. 380 – περ. 310 π.Χ.) αποτυπώνουν στα έργα του τα μακρινά μέρη που επισκέπτονται, ενώ ο Διονύσιος ο περιηγητής καθιερώνει την περιήγηση ως ξεχωριστό φιλολογικό είδος. Και ο Παυσανίας (2ος μ.Χ.) με το έργο του Ελλάδος περιήγησις διασώζει μαρτυρίες τόπων και μνημείων της αρχαίας Ελλάδας. Από την αρχαιότητα ως και τη ρωμαϊκή περίοδο Έλληνες ταξιδιώτες, γεωγράφοι, φυσιοδίφες αναζητούν νέους ορίζοντες και μας κληροδοτούν ένα μεγάλο μέρος των γνώσεων μας για τον αρχαίο κόσμο.

Ο περιηγητής καταχωρεί τις προσωπικές του ιδέες και εμπειρίες και αποθανατίζει το σκηνικό μιας δεδομένης στιγμής. Τα κείμενα τους συχνά προβληματικά, είναι ακατέργαστη πρώτη ύλη με πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες που συχνά συμπληρώνουν το έργο των ιστορικών. Ο περιηγητής καταγράφει αυτό που βλέπει και αυτό που ακούει, όπως αυτός το αντιλαμβάνεται και χωρίς την καταλυτική απόσταση του χρόνου. Συγχρόνως αποκαλύπτει μέσα από τα σχόλια και τις παρατηρήσεις του, τις συναισθηματικές του αντιδράσεις. Η προσωπική επαφή με τον χώρο, η αμεσότητα των εντυπώσεων αλλά και η αφέλεια, η υπερβολή και η παραποίηση στοιχείων διαμορφώνουν ένα είδος από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε σημαντικές πληροφορίες. Και εδώ ο ερευνητής, ο ιστορικός, ο μελετητής πρέπει να ξεχωρίσει τις αναξιόπιστες, υπερβολικές και συχνά τερατολογικές αφηγήσεις αναλόγως της εποχής, όπως και την αντιγραφή στοιχείων συχνά παραποιημένων από παλαιότερα χρονικά και να αναδείξει τα ιστορικά δεδομένα.

Το περιεχόμενο των περιηγητικών αφηγήσεων παραλλάσσει, καθώς αλλάζουν οι εποχές και τα ενδιαφέροντα. Κατά τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες, τον μεσαίωνα και την οθωμανική περίοδο, η πληροφόρηση για την Ελλάδα περιορίζεται καταρχήν στα κείμενα των χρονικογράφων, στα έργα των πατέρων της εκκλησίας και σε διοικητικά έγγραφα. Σίγουρα ο μεγαλύτερος όγκος των περιηγητικών κειμένων για την Ελλάδα προέρχεται από τους χρόνους μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για χρονικά με γεωγραφικές, ιστορικές, λαογραφικές, φυσιογνωστικές, αρχαιολογικές και τοπογραφικές πληροφορίες. Ο τόπος, οι άνθρωποί του, η υγεία των κατοίκων, η οικονομική δραστηριότητα, το εμπόριο, η βιοτεχνία, τα μοναστήρια, οι πειρατές, τα ήθη και τα έθιμα, οι χοροί, οι ενδυμασίες, η φύση σκιαγραφούνται περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένα στα γραπτά τους. Πολλά από τα χρονικά έχουν εικόνες, χάρτες, σχεδιαγράμματα με πόλεις και λιμάνια, αρχαιολογικά μνημεία, πρόσωπα αλλά και αντικείμενα του καθημερινού βίου. Ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του περιηγητή, την προσωπικότητά του και την μόρφωσή του, εστιάζει και αποτυπώνει συγκεκριμένες πλευρές. Η γλώσσα γραφής για την μεσαιωνική περίοδο είναι η λατινική ωστόσο μετά την αναγέννηση οι περιηγητές επιλέγουν να εκφράζονται στην εθνική τους γλώσσα.

Μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα η Ελλάδα δεν αποτελεί αυτοτελές αφήγημα στα περιηγητικά κείμενα. Δεν αποτελεί προορισμό για τους περιηγητές αλλά πέρασμα με αφορμή για παράδειγμα ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους. Στα γραπτά του Άγγλου Seawulf, του πρώτου ευρωπαίου προσκυνητή που πέρασε από την Ελλάδα (1103) ακολουθώντας τους σταυροφόρους, δεν βρίσκει κανείς περιγραφές για τους ανθρώπους και την ζωή στην χώρα παρά μόνο σύντομες αναφορές για τις πόλεις που πέρασε και την σχέση τους με εκκλησίες και αγίους. Οι γραπτές αναφορές των ταξιδιωτών που περνούν από την Ελλάδα στους ταραγμένους αιώνες που ακολουθούν, είναι λίγες και συχνά προβληματικές.

Με την επίδραση της Αναγέννησης, ανανεώνεται το ενδιαφέρον για τις κλασικές σπουδές στη δύση και η αναζήτηση της εικόνας του κλασικού ιδεώδους είναι στο επίκεντρο. Ωστόσο η Αθήνα και η Ελλάδα είναι περισσότερο ζωντανές στη σκέψη των λογιών παρά μέσα από τα σχέδια και τις γραπτές αφηγήσεις των περιηγητών.

Σε αυτό το πλαίσιο ο 15ος αιώνας αντιπροσωπεύεται από τον Κυριακό Αγκωνίτη (Ciriaco Pizzeccolli Anconitano 1391 – 1452), μια μοναχική περίπτωση ταξιδιώτη που αναζητά τα αρχαία μνημεία μέσα από την περιήγησή του ενώ οι σύγχρονοί του παραμένουν στην μελέτη των αρχαίων κειμένων.

Ο 16ος αιώνας, εποχή των ανακαλύψεων, του ουμανισμού και της τυπογραφίας μας κληροδοτεί με περιηγητικά κείμενα που χαρακτηρίζονται από μια σύνθεση θρησκευτικών, προσωπικών και ταξιδιωτικών εμπειριών με συχνά αντιφατικές πληροφορίες, ιστορικές ανακρίβειες και υπερβολές. Για παράδειγμα από έργο του A. Thevet (1556) έχουμε μία εικόνα για αρχαία αγάλματα στην Αθήνα ενώ αμφισβητείται η παρουσία του στην πόλη. Βαθμιαία παρατηρείται μια συστηματικότερη περιήγηση με παρατηρήσεις εμπειρικών παρατηρητών όπως του J. Thevenot (1633-1667).

Τον 17ο αιώνα τα κείμενα των περιηγήσεων απομακρύνονται σταδιακά από τον προσκυνηματικό χαρακτήρα και τις διπλωματικές εκθέσεις, γίνονται αυτοβιογραφικά με ιστορικού και γεωγραφικού χαρακτήρα πληροφορίες. Τα εικαστικά σχέδια, που συχνά απέχουν από την πραγματικότητα, συμπληρώνουν τα περιηγητικά έργα ως επιστέγασμα της εγκυρότητας των πληροφοριών που παρέχουν. Στο τέλος του 17ου αιώνα η Αθήνα προσελκύει το ενδιαφέρον μεταξύ άλλων περιηγητών, συγγραφέων, ιστοριογράφων, καλλιτεχνών και προξένων. Τα απλοϊκά σχέδια του J. Spon (1678) αποτελούν τις πρωιμότερες απεικονίσεις των σημαντικών μνημείων της Αθήνας. Η πόλη της Αθήνας, τα μνημεία της και η ιστορία της γίνονται σημείο αναφοράς για εκατοντάδες επισκέπτες, τους αιώνες που ακολουθούν.

Στον 18ο πλέον αιώνα, η Ευρώπη του ορθολογισμού εξιδανικεύει την αρχαιότητα, την καθιστά πρότυπο ζωής και μόρφωσης. Οι εκδόσεις των J. Stuart και Ν. Revett (1762, 1787, 1794, 1816) με απεικονίσεις μνημείων βασισμένες σε λεπτομερείς μετρήσεις, επεξηγηματικά κείμενα και παρατηρήσεις προκάλεσε τον ενθουσιασμό του ευρωπαϊκού κοινού. Η γενική και συχνά φαντασιακή απεικόνιση αρχαίων μνημείων ανήκει στο παρελθόν. Η ανάκτηση του αρχαιοελληνικού παρελθόντος γίνεται το αντικείμενο των ευρωπαϊκών αρχαιολογικών αποστολών μέσα από την καταγραφή και μελέτη των μνημείων. Παράλληλα ο εμπλουτισμός των συλλογών, ιδιωτών και ηγεμόνων στη Δύση, με πρόσχημα πάντα το πνεύμα του κλασικού ιδεώδους, έχει σαν αποτέλεσμα την σύληση και καταστροφή αρχαίων μνημείων.

Στα περιηγητικά κείμενα του 19ου αιώνα ξεχωρίζουν οι προσεγμένες απεικονίσεις τόπων και μνημείων και οι όσο το δυνατόν τεκμηριωμένες πληροφορίες για την ιστορία και τους ανθρώπους. Τόσο η προεπαναστατική Αθήνα όσο και άλλες σημαντικές τοποθεσίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος δέχονται πολλούς επισκέπτες που καταγράφουν συχνά με ένα πνεύμα φιλελληνισμού τα περιηγητικά και εικαστικά έργα τους.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μετά αυξάνεται ο αριθμός των ευρωπαίων περιηγητών, καλλιτεχνών, λογοτεχνών, στρατιωτικών με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός πλούσιου αρχείου με σχέδια, πίνακες, χαρακτικά, ξυλογραφίες, ποιήματα, βιογραφίες, οδοιπορικά αντιπροσωπευτικά στο μεγαλύτερο μέρος τους μιας νέας πραγματικότητας. Και στα μέσα πλέον του 19ου αιώνα η φωτογραφία γίνεται η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της πραγματικότητας.
Τα περιηγητικά κείμενα αποτελούν ένα πλούσιο και σημαντικό υλικό για τη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού. Αποτελούν μια σύνθεση από προσωπικές μαρτυρίες, συναισθήματα, γνώσεις, ιδεολογίες πολιτικές τοποθετήσεις, θρησκευτικές απόψεις που διαμόρφωσαν το τελικό αντικείμενο.